Μια μαύρη αναστάτωση
εισβάλλει στο δωμάτιο μου
και δεν μπορεί να βρει τον δρόμο έξω.
Φυλακισμένη στην ψευδαίσθηση
των γυάλινων αντικατοπτρισμών
μάταια χτυπάει το κεφάλι της στο τζάμι.
Καθώς βυθίζεται στο μαύρο βουητό,
στης επανάληψης τον μαύρο ήχο,
κάτι μαθαίνει, κάτι εξασκεί.
Κάτι από αυτά
που υποτίθεται πως ξέρει.
Ώσπου με μια γύρα ανάστροφη
βρίσκει με ακρίβεια
την έξοδο της
στο ίδιο το άνοιγμα αυτό
που την εγκλώβισε.